• English
  • Ελληνικά

Η ζωγράφος του μήνα

Η ζωγράφος του Οκτωβρίου είναι η Μαρία Πάστρα. Γεννήθηκε στην Αθήνα όπου ζει και ασχολείται σήμερα αποκλειστικά με τη ζωγραφική. Φοίτησε στο Τμήμα της Χημείας του Πανεπιστημίου των Πατρών και εργάστηκε ως στέλεχος στα Ελληνικά Πετρέλαια. Παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής με δασκάλους τον Δανιήλ Σπυρόπουλο (1999-2001) και τον Γιώργο Ρόρρη (2001-2006). Αμέσως μετά σπούδασε στην ΑΣΚΤ της Αθήνας (2006-2012) ζωγραφική με δάσκαλο τον Τριαντάφυλλο Πατρασκίδη, αγιογραφία, νωπογραφία και εγκαυστική με δάσκαλο τον Παύλο Σάμιο και Πολυμέσα με δάσκαλο τον Μάνθο Σαντοριναίο. Έχει πάρει μέρος σε ποικίλες ομαδικές εκθέσεις, όπως η «Οι χημικοί στην τέχνη», Διεύθυνση Πολιτισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης και Ένωση Χημικών Ελλάδος, στο Αλατζά Ιμαρέτ της Θεσσαλονίκης (2003), η «Bazaar» του περιοδικού Βαβέλ, στην Αθήνα (2006), η «Έκθεση Αποφοίτων στο Εργαστήριο Νωπογραφίας», στην ΑΣΚΤ της Αθήνας (2012), η «Αποχρώσεις του Μπλε» και η «6+2 γραφές», Στιγμές Πολιτισμού - Δήμος Πάρου/ΚΔΕΠΑΠ, στο Πολιτιστικό Κέντρο Παροικιάς της Πάρου (2013 και 2014), η «Art for all», Η τέχνη στο Παλιό Λιοτρίβι, στον Πόρο (2014). 

 

Στο έργο της Πάστρα αναγνωρίζουμε μια σταθερή πορεία από την παραστατικότητα στην αφαίρεση. Οι πρώτες της αναζητήσεις κυριαρχούνται από πρόσωπα και γυμνά που φέρουν εμφανείς τις επιρροές του δασκάλου της Γιώργου Ρόρρη αλλά και των μεγάλων πρωτοπόρων του ρεαλισμού του 19ου αιώνα, αναδίνουν μέσα από τις αισθησιακές πινελιές τους την αίσθηση της σάρκας. Με την πάροδο του χρόνου και την εμβάθυνσή της στη σπουδή της ζωγραφικής οι μορφές αρχίζουν να χάνουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, προβάλλονται με τον τρόπο του φωτορεαλιστή Έντβαρντ Χόπερ πίσω από τα τζάμια των καφέ, των μπαρ και των εστιατορίων, ενδυναμώνουν όμως, σε αντίθεση με τον Χόπερ, μέσα από αισθαντικές, εξπρεσιονιστικές πινελιές τα συναισθήματα του χώρου μέσα στον οποίο τοποθετούνται.

Το χρώμα μεταλλάσσεται σε βασικό ρυθμιστή. Τα τοπία γίνονται λυρικά κολλάζ όπως αυτά που βλέπουμε κάτω από το μικροσκόπιο αλλά και στις γραμμικά αποτυπωμένες συνθέσεις που δείχνουν το υλικό από το οποίο φτιάχνονται -από τη δεκαετία του ’30 μέχρι και του ’50- όπως εκείνων του ντε Στάελ, του Ντελονέ και του Εστέβ.

Οι φιγούρες, τα αυτοκίνητα, τα δένδρα, τα κτήρια ρευστοποιούνται, χωρίς όμως να χάσουν το αναγνωρίσιμο σχήμα τους. Μεταπλάθονται σε παλλόμενες ρυθμικές κηλίδες που αναδίνουν μια χειροπιαστή, εντελώς ζωγραφική, υλικότητα, συνδέουν τον οργανικό με τον ανόργανο κόσμο, το όνειρο με το πραγματικό. Καταγράφουν και μαρτυρούν με τα μέσα του κινήματος της «Απόσχισης» στη Βιέννη της μετάβασης από το 19ο στον 20ό αιώνα τις αρχέγονες και διαχρονικές επιθυμίες, τις αγωνίες αλλά και τις φοβίες του σύγχρονου ανθρώπου.

Ληδα Καζατζάκη